Submenu
Ιστορίες
Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ 7 ΧΤΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΦΩΛΙΑΣ
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πολύ όμορφη βασιλοπούλα. Το δέρμα της ήταν λευκό σαν χιόνι, τα χείλη της κόκκινα σαν αίμα και τα μαλλιά της μαύρα σαν έβενος, για αυτό όλοι την φώναζαν Χιονάτη. Η κακιά μητριά της όμως δεν άντεξε την ομορφιά της και την έδιωξε από το παλάτι. Μετά από πολύ περπάτημα έφτασε σε ένα μικρό σπιτάκι πίσω από τα βουνά.
Όταν μπήκε η Χιονάτη στο σπιτάκι αντίκρισε ένα τραπέζι στρωμένο με εφτά πιατάκια και εφτά ποτηράκια και γύρω από το τραπέζι εφτά καρεκλίτσες. Στο διπλανό δωμάτιο βρήκε εφτά κρεβατάκια κάτω από εφτά παραθυράκια. Στο τοίχο πρόσεξε εφτά κρεμάστρες που κρατούσαν εφτά σκουφάκια.
Η Χιονάτη ήταν πεινασμένη από το πολύ περπάτημα, για αυτό έφαγε λίγο από το κάθε πιατάκι και ήπιε λίγο από το κάθε ποτηράκι και μετά ξάπλωσε στα εφτά κρεβατάκια τα οποία ένωσε, για να χωρέσει. Κοιμήθηκε βαθιά και άρχισε να ροχαλίζει.
Μετά από κάποια ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκαν εφτά νάνοι, κουβαλώντας φτυάρια και άλλα εργαλεία. Απόρησαν ποιος να έχει φάει από τα πιάτα τους και ποιος είχε πιει από τα ποτηράκια τους. Στη συνέχεια άκουσαν ένα ροχαλητό και έτρεξαν στο υπνοδωμάτιο. Από το θόρυβο που έκαναν τα 14 πόδια, ξύπνησε η Χιονάτη.
«Ω, ποιοι είσαστε;» ρώτησε.
«Πες μας πρώτα ποια είσαι εσύ» είπε ο πιο ηλικιωμένος νάνος.
«Είμαι η Χιονάτη» απάντησε η Χιονάτη.
«Α, είσαι εσύ που έφυγες από το παλάτι και κρύβεσαι από τη μητριά σου» είπε ο νάνος κα συνέχισε: «Αν θέλεις, μπορείς να μείνεις εδώ, μαζί μας. Είσαι λίγο μεγάλη, αλλά για δοκιμές νομίζω μπορείς να φανείς χρήσιμη.»
«Δοκιμές; Τι να δοκιμάσω;» απόρησε η Χιονάτη.
«Κοίτα να δεις, δεν είναι όλα όπως τα λένε στα παραμύθια. Εμείς είμαστε μαραγκοί. Τη νύχτα μπαίνουμε στα σπίτια και διορθώνουμε τα έπιπλα και τα παιχνίδια στα παιδικά δωμάτια.»
«Ακριβώς», επιβεβαίωσε ένας άλλος νάνος, «και είμαστε καλοί μαστόροι, αλλά είμαστε γέροι. Για αυτό μας χρειάζεται ένα παιδί για να δοκιμάσει για εμάς τα πράγματα. Κατάλαβες; Έτσι θα έχουμε το δικό μας ανεξάρτητο και ικανό ελεγκτή».Η Χιονάτη κατάλαβε και συμφώνησε. Έτσι έμεινε μαζί με τους νάνους και δοκίμαζε κάθε μέρα παιχνίδια και παιδικά έπιπλα και ζούσαν μαζί ευτυχισμένοι τουλάχιστον για εφτακόσια χρόνια.

