Submenu
Ιστορίες
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΚΑΚΟΣ
H νύχτα έπεφτε στο πυκνό δάσος και το μικρό αρκουδάκι ο Μπουλουκάκος έτριβε τα ματάκια του από τη νύστα ενώ ο πατέρας αρκούδος, καθάριζε το τρίχωμα του μικρότερου παιδιού. Μετά, τον κουβάλησε μέχρι τη σπηλιά όπου τον άφησε στο κρεβατάκι του. Εκεί ήταν ζεστά και ευχάριστα, ειδικά επειδή ξάπλωναν όλα τα αρκουδάκια το ένα κοντά στο άλλο.
«Καληνύχτα, μικρέ μου Μπουλακάκο», μουρμούριζε ο μπαμπάς Αρκούδος.
«Καληνύχτα» απάντησε ο μικρός και σκούντησε τον πατέρα του με τη μυτούλα του ρωτώντας τον: «Αύριο θα παίξουμε πάλι στις λάσπες και θα πλατσουρίσουμε στο ποτάμι;»
«Ναι, θα το κάνουμε», μουρμουρίζει ο πατέρας του.
«Και θα πάμε πάλι για ψάρεμα;» συνεχίζει το μικρό.
«Ναι, θα το κάνουμε» ήρθε η απάντηση.
«Και θα πάμε πάλι στο δάσος;» ήταν η επόμενη ερώτηση από τον Μπουλουκάκο,
«Ναι, και αυτό θα κάνουμε αύριο» απαντάει και πάλι ο μπαμπάς.
«Και θέλω να πάμε πάλι στο ξαδελφάκι μας, στο μωρό αρκουδάκι» δηλώνει ο μικρός αρκούδος.
«Εντάξει» λέει ο μπαμπάς του, «αφού το θέλεις, θα πάμε».
«Να του δείξω πώς πιάνουν πεταλούδες στον αέρα;» ρωτάει ακούραστο το μικρό, και ο μπαμπάς του, που τώρα νύσταζε πολύ του απαντάει: «Ναι, σου το επιτρέπω».
«Και μετά θα κάνουμε πάλι κωλοτούμπες;» συνεχίζει ο μικρός, ενώ η απάντηση του μπαμπά του ήταν απλώς ένα κουρασμένο «Ναι».
«Και θα μου χαϊδεύεις πάλι το τρίχωμά μου, εντάξει μπαμπά;» «Χμ, ναι» απαντάει ο μπαμπάς.
«Και κάτι ακόμα, μπαμπάκα, μπορούμε να πάμε τώρα να κοιτάξουμε για άλλη μια φορά τα αστέρια;» συνεχίζει τις ερωτήσεις ο μικρός μπουλουκάκος. Αλλά ο μπαμπάς του είχε ήδη αποκοιμηθεί. Έτσι κούρνιασε ο μικρός στην αγκαλιά του μπαμπά του, σκεφτόταν τα αστέρια και αποκοιμήθηκε κι αυτός.

